Tuesday, 11 August 2015

Κενό ασφαλείας

Το ψέμα παρασύρει την αλήθειασε έναν χορό 
που μόνο οι δυο τους μπορούν να χορέψουν.
Μια ισορροπία στο κενό της μοναξιάς τους.
Κενό. 
Κενό ασφαλείας.

η μοναξιά παρακολουθεί περίλυπη
το χαμό του χάους τριγύρω.

Κι όλοι αποσβολωμένοι,
με τις ανάσες όλο φλόγα και καημό,
να περιμένουν την ανάλογη ήττα, 
σε έναν πίνακα ανακοινώσεων
κενό απο συμβάντα.

Κενή & άδεια.

Πάντα έτσι ένιωθα.
Και τώρα;! Που έχω τα πάντα.
Ή το τίποτα;

Τι ήταν αυτό; Σήμα κινδύνου
εκπέμπω.



Μια ωραία γυναίκα
περνά απαρατήρητη.
Σβήνεται στον καπνό ενός πούρου
και μιας πίπας που
καρφώνει η ηχώ του κόσμου
στο δρόμο.

Και το κενό;
Εκείνο το γαμήδι το κενό
που παλεύει να πιάσει φιλίες
με τον έξω κόσμο.

Κι εγώ εδώ. Ντυμένη στα λευκά
με τη ματιά του θανάτου στο βλέμμα,
να πέφτω απο τα σύννεφα
για κάτι που με πάθος λάτρεψα.

"Δεν είσαι εδώ"-θα σου πω
όταν γυρίσεις.
Μα τότε αργά θα είναι για
να διαπιστώσεις πως πόνεσα.

Πληγές αμέτρητες μετρώ
απο λάβα, πάνω στο
 καταπονημένο κορμί του τρόμου.
Φοβάται κι αυτός μήπως αποτύχει.
στο μοναδικό σκοπό του τόπου
που τον ξέρασε απο τα 
σπλάχνα του.

Φοβάται κι εκείνο το
μικρό παιδί που αγάπησε.
Κάποτε...

Μα είν' απόκοσμα εδώ.
Δε θέλεις λεπτό εδώ να μείνεις.
Φοβάσαι και παρατηρείς.

Σχώρα με. Τρέμω.

Δεν είμαι ο μόνος ήρωας
που απέμενε μόνος.
Έκτοτε καθείς τραβά την πορεία του.

Γελάς και νιώθεις μικρός.
Είσαι.

Τραβάς το λερωμένο χαρτί μιας τράπουλας
ξεχασμένης στο τρίτο συρτάρι.
Δεν είναι ο άσσος που 
περίμενες.

Πέντε καρώ.
Σαν τις στιγμές που κάτι καρτέρησες 
στη γωνιά του άναυδου πόθου.

Τραβάς και δεύτερο φύλο.
Μήτε το ρήγα πέτυχες.
Είναι η φόνισσα ντάμα κούπα.
Αντί λουλούδια, κρατά σπαθί-και κόβει.

Σε κυνηγάει για τρίτη χρονιά
μέχρι να χωνέψεις καλά πως
δεν υπάρχει.

Το σβήνεις το σπίτι,
γιατί σημασία δεν έχει.
Ταξίδι σε λέξεις πας.
Και τραβάς μια ρότα 
που γυρισμό δεν έχει.

Φοβάσαι;

Πες μου! Φοβάσαι;
Άσσος σπαθί, μετά το βαλέ.
Ξεκίνησες μονότονα.

Λυπάμαι. Θα χάσεις.

Στα ψέματα με κέρδισες όμως.
Τώρα, θα μ' αφήσεις να ζήσω;

Όρμησαν πάνω μου τα όρνια.
Μα μ' ελευθέρωσες.

Θέλω να πάω σ' εκείνη τη χώρα 
που τόσο πολύ η 
ελευθερία λάτρεψε.

Εκεί που το βαλς ακούγεται
στους δρόμους.
Εκεί που ο δράκος
είναι γλυκός και φιλικός.

Έτσι μου είπε η αλήθεια.
Μας περιμένει
με τσάι και λαγοπόδαρα.

Η τύχη γελάει χαιρέκακα.
Φοράει ένα κόκκινο βέλο
και τα χείλη της στάζουν
αίμα.

Το έχει κάνει κι απόψε
το θαύμα της.

Η αγωνία περνά ακόμα μια φορά
μπροστά της.
Της κρύβει τη θέα.

Η μοναξιά κάνει πάρτυ
λίγο πιο δίπλα
και κατεβάζει δυο μαρτίνι
μόνη της.

Δεν έχω άλλη λογική να σου προσφέρω.

Θυμήθηκα πως είναι πάλι
να είσαι παιδί.
Και το θέλω.

1 comment:

  1. Συνέχισε με ποίηση! Γίνεσαι επικίνδυνα καλλιτεχνική!

    ReplyDelete

Say whatever.