Monday, 13 March 2017

Η νύχτα είναι μοιραία~ οι μέρες μετά.

   "Ξέρεις, Αλκιβιάδη, μεθαύριο φεύγω.", του είπε, ενώ αυτός την κρατούσε στην αγκαλιά του και τη χάιδευε. "Πού θα πας;" τη ρώτησε απαλά. Και η απάντηση ήταν απλή : "Έχω ένα επαγγελματικό καθήκον να αναλάβω. Θα λείψω μερικές μέρες". Κι έτσι έγινε. Την επόμενη μέρα ξύπνησαν μαζί, ετοιμάστηκαν κι αποχαιρετήθηκαν ώστε να της δώσει χώρο και χρόνο για τις όποιες ετοιμασίες. Οι μέρες απουσίας πέρασαν και ήρθε το Σάββατο, το οποίο το πέρασαν χώρια.
   Ο Αλκιβιάδης δε γνώριζε καν οτι η Άννα επέστρεψε κι έτσι κανόνισε μια έξοδο, στην οποία βρήκε τυχαία και τον φίλο της που γνώρισε πρόσφατα, τον Σωτήρη. Με την κουβέντα η ώρα πέρασε και ο Σωτήρης πληρώνοντας, ρώτησε τον Αλκιβιάδη που θα συνέχιζε. "Να, θα πάω σπίτι. Θέλεις να σε πετάξω κάπου;", "Αν δε είσαι απο την αντίθετη πλευρά, μπορείς να με πας στης Άννας. Θέλω να περάσω να δω τι κάνει". Σοκαρισμένος ο Αλκιβιάδης, παραμένει ψύχραιμος και οδηγεί ως εκεί. Μόλις ο Σωτήρης μπαίνει στο σπίτι της Άννας, παρκάρει λίγο παρακάτω και της στέλνει μήνυμα "δεν μου είπες οτι γύρισες".  Η Άννα παίρνει το χρόνο της και του απαντάει "δε με ρώτησες".
   Και οι δύο αισθάνονται εκνευρισμό, αλλά παραμένουν ψύχραιμοι και το θέμα τελειώνει εκεί. Το πρωί ο Αλκιβιάδης της τηλεφωνεί για να βρεθούν για καφέ, σαν να δε συμβαίνει τίποτα. Μετά απο καμιά ώρα, βρίσκονται σε ένα κεντρικό καφέ και η Άννα του διηγείται κομμάτια απο το ταξίδι της. Τότε ο Αλκιβιάδης, παίρνει θάρρος και δειλά της λέει
- Περίμενα να επικοινωνήσεις μαζί μου, να μου πεις έστω ότι επέστρεψες.
- Δεν έκανες καμία επαφή τόσες μέρες, οπότε υπέθεσα οτι είσαι απασχολημένος και δεν ήθελα να ενοχλήσω.
-Δεν ενοχλείς ποτέ...

Και η  κουβέντα συνεχίστηκε περί ανέμων και υδάτων.

  Οι επόμενες εβδομάδες πέρασαν μέσα στη μετριότητα. Βρέθηκαν ελάχιστες φορές στο σπίτι της Άννας και κάποιες συναντήθηκα για καφέ είτε σε περιορισμένα χρονικά πλαίσια είτε σε πιο χαλαρά, μόνοι ή και με το Σωτήρη.  Το σεξ παρέμενε άριστο, αλλά υπήρχε ένα κάτι στη μεταξύ τους ατμόσφαιρα. Κάποια στιγμή, ήρθε η ώρα που αυτός που θα απουσίαζε ήταν ο Αλκιβιάδης.

-Θα λείψω περίπου πέντε μέρες, αλλά θα σε δω αμέσως μόλις επιστρέψω, της είπε χαρωπά.
Αυτή του χαμογέλασε. Δεν υπήρχε κάτι να περιμένει ακριβώς...
Μετά απο δύο μέρες του τηλεφώνησε εκείνη:

- Πώς είσαι;
- Είμαι καλά, έφτασα καλά και σε σκέφτομαι. Αλλά με φωνάζει ένας συνάδελφος τώρα. Θα πρέπει να κλείσω.Φιλάκια.
- Εντάξει, φιλάκια.


Λίγο πριν αφήσει το κινητό της, χτυπάει. "Κιόλας;", σκέφτεται και χαίρεται. Αλλά δεν είναι αυτός.

-  Πού εξαφανίστηκες εσύ; Πάμε για καφέ ; Είμαι στη γειτονιά σου, της λέει η φίλη της.
- Και δεν πάμε;...
- Επ' ευκαιρία θα γνωρίσεις επιτέλους και τον αδερφό μου, είναι μαζί μου.

Ο αδερφός της φίλης της, ο αποδεικνύεται εξαιρετική παρέα, πολύ αστείος και ιδιαίτερα όμορφος.

- Πώς και δεν είχαμε γνωριστεί νωρίτερα; της λέει.
- Ε, τυχαίνουν αυτά.
- Παιδιά, συγνώμη, αλλά θα σας αφήσω, λέει η Ελένη. Πρέπει να παραλάβω κάποια χαρτιά της δουλειά απο μια πελάτισσα εδώ γύρω. Αννούλα, θα τα πούμε σύντομα. Φιλάκια.
- Γεια σου Ελένη μου!

Κι αφού η Ελένη αποχώρησε, λαμβάνει το λόγο ο αδερφός της και τη ρωτά:
- Μιας και μείναμε μόνοι μας, δεν πάμε για κανά ποτάκι;
- Ναι αμέ!

Οπότε την πήρε και πήγαν σε κάποιο άλλο μαγαζί για να συνεχίσουν και να γνωριστούν καλύτερα...

No comments:

Post a Comment

Say whatever.