Wednesday, 12 July 2017

Η νύχτα είναι μοιραία- Κοίτα να δεις συμπτώσεις!

   Κάποια απο τις επόμενες μέρες η Άννα δέχθηκε τηλεφώνημα απο τον Αλέξανδρο για να συναντηθούν για ένα καφέ. Ένα απειρο-ελάχιστο συναίσθημα ντροπής τον ενοχλούσε κάπου στην άκρη του μυαλού του και ήθελε να το διευθετήσει και να δει αν υπήρχε ακόμα κάποια ευκαιρία για αυτόν και την Άννα. Συναντήθηκαν, λοιπόν, σε κεντρικό καφέ της πόλης. Ο ήλιος έλαμπε, όπως και τα μάτια της.
   Η Άννα φτάνει στο καφέ παρέα με την Λίζα, αφού είχαν βρεθεί λίγο νωρίτερα για κάποια ψώνια, συζητώντας τα νεότερα γεγονότα που έχουν προκύψει σχετικά με την Κάτια.  Όπως το είχαν υποπτευθεί, τα ραντεβού με τον Άκη βαίνουν καλώς και η Κάτια φαίνεται ικανοποιημένη και ερωτευμένη μετά απο καιρό. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο η Άννα χαίρεται για τη φίλη της και τα μάτια της λαμπιρίζουν πονηρά. Η Λίζα αποχαιρετά την Άννα πριν φτάσει ο Αλέξανδρος. Λίγο πριν σερβιριστεί ο καφές της, έρχεται κι εκείνος χαρούμενος.
- Αννούλα; χαμογελάει διάπλατα κι εκείνη σηκώνεται για να τον χαιρετίσει.
- Γεια σου Αλέξανδρε! του λέει και τον αγκαλιάζει θερμά. Πώς είσαι;
- Ικανοποιημένος που σε βλέπω, της απαντάει κάνοντας την επίθεσή του ως κυνηγός. Εκείνη, όμως ξεφεύγει απαντώντας:
- Ε, αφού είσαι ικανοποιημένος μόνο που με βλέπεις , τότε μια χαρά.
- Τι εννοείς; κάνει απορημένος, ενώ ψάχνει μια καλή φράση για να γυρίσει το παιχνίδι.
- Τίποτα. Τι θα πάρεις; Περιμένει η κοπέλα, του λέει χαμογελαστά.
- Α ναι, ενα φρεντο σκέτο παρακαλώ, λέει στη σερβιτόρα κι επιστρέφει το βλέμμα του στην Άννα. Άργησα;
- Όχι, ήμουν εδώ γύρω με μια φίλη, μην ανησυχείς, του χαμογελά.
- Δεν ανησυχώ γι αυτό, συνοφρυόνεται.
- Τότε; Απορεί εκείνη.
- Κοίτα Άννα, ήθελα να είμαι βέβαιος ότι δεν είσαι θυμωμένη μαζί μου. Ξέρεις, για το βράδυ της εξόδου μας. Πέρασα πολύ ωραία πρέπει να ξέρεις.
- Εντάξει, ότι έγινε έγινε, δε χρειάζεται να σε ανησυχεί αυτό. Δεν έκανες κάτι για το οποίο θα πρέπει να ντρέπεσαι. Απλώς κι εγώ ίσως να μην ήμουν τελείως ξεκάθαρη, του απαντά σκεπτική.

 Ξεκάθαρη ως προς τι; αναρωτιέται. Να του μιλήσει για τον Αλκιβιάδη ή να το αποκρύψει τελείως; Αξίζει αναφοράς;

- Θέλεις να μου εξηγήσεις καλύτερα τι εννοείς; της κρατά το χέρι κοιτάζοντάς τη στα μάτια.
- Ε...  αναφωνεί ανύμπορη να αποφασίσει.

Ο Αλέξανδρος επιμένει να την κοιτάζει στα μάτια περιμένωντας μια απάντηση, με ενα μειδίαμα. Κι η τύχη παράλληλα παίζει τα παιχνίδια της οπότε η Άννα βλέπει τον Αλκιβιάδη στο μπαρ να περιμένει τον καφέ του. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή στρέφει το κεφάλι του προς το μέρος της και του χρειάζονται δύο δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει οτι είναι εκείνη. Το ίδιο παθαίνει κι αυτή, που δεν ξέρει πως να αντιδράσει ακριβώς. Του χαμογελά συγκρατημένα, σαν να τον χαιρετά και το ίδιο κάνει κι εκείνος. Στρέφουν και οι δύο τα βλέμματα αλλού και η Άννα αποφασίζει αστραπιαία τι θα απαντήσει στον Αλέξανδρο:

- Άσ'το μωρε, δεν ήταν κάτι σημαντικό. Απλώς είχα πολλά στο κεφάλι μου λόγω δουλειάς για λίγο.

Εκείνος της χαμογελά και της φιλά το χέρι. Η Άννα δεν αλλάζει έκφραση, όμως ο Αλκιβιάδης έχει γίνει μάρτυρας της σκηνής. Ενοχλημένος καθώς είναι, πληρώνει και φεύγει.

- Έχω ενδιαφέρον για σένα, λέει απαλά ο Αλέξανδρος γεμάτος χαμόγελο.

Η Άννα κοκκινίζει λίγο και μαζεύει το χέρι της.
- Μίλησέ μου για τη μέρα σου, τον προστάζει κι αλλάζουν θέμα.

Η ώρα τους περνά ευχάριστα...

No comments:

Post a Comment

Say whatever.